Στήριξε τον αγώνα των Πομάκων γίνε συνδρομητής της Εφημερίδας, Καντε κλίκ εδώ!

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ (Μέρος 2ο)

                                                ΕΘΙΜΙΚΟ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
 
Άρθρο του  Ιμάμ Αχμέτ H πομάκικη οικογένεια ήταν πατριαρχική, αλλά όχι ανδροκρατούμενη. Η γυναίκα – μητέρα και η γυναίκα – σύζυγος ήταν ιερό πρόσωπο και στα παλιότερα χρόνια η προσβολή τους σήμαινε θάνατος δια ροπάλου στο πίσω μέρος του κεφαλιού και διάλυση αυτού όπως το κεφάλι του φιδιού [zmiyna glava] κι αν υπήρχε βιασμός επιβάλλονταν το μαρτύριο του ευνουχισμού, πομακικού τύπου, περίπου σαν αυτό που εφαρμόζουν για τον ευνουχισμό των αρσενικών ζώων, δηλαδή διάλυσης των όρχεων και του σπερματικού πόρου με ξύλινη ειδική σφύρα και έπειτα ακολουθούσε η θανάτωση όπως προαναφέραμε. Η ίδια τιμωρία δεν επιβάλλονταν για την αδελφή ή την κόρη που ήταν σε ηλικία γάμου, διότι η οικογένεια θεωρούνταν συνυπεύθυνη, έπρεπε να προβλέψει και να λάβει τα ανάλογα μέτρα.
 
Επίσης, ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των Πομάκων και χτυπητή διαφορά με τους Τούρκους είναι ότι ανέκαθεν οι Πομάκοι ήσαν μονογαμικοί ακόμα κι όταν εξισλαμίστηκαν. Η πολυγαμία ήταν σπάνια περίπτωση στους Πομάκους και μόνο για σοβαρούς θρησκευτικούς λόγους έχουν συμβεί πολυγαμικοί γάμοι.

 
Η γυναίκα δεν πωλούνταν, δεν αγοράζονταν και δεν δωρίζονταν όπως στους Έλληνες με την προίκα, στους Τούρκους με τα φάλαρα και το μπασλίκ, στους Εβραίους με το δράχωμα. Οι Πομάκοι δεν πληρώνουν την γυναίκα προ και κατά την διάρκεια του γάμου. Μόνο εφόσον χωρίζουν πληρώνει ο άνδρας την αποζημίωση του νικιάχ και αυτό επιβλήθηκε μετά τον εξισλαμισμό των Πομάκων.
 
Η ομοφυλοφιλία, η πορνεία η κτηνοβασία, τα νόθα τέκνα και τα διαζύγια ήταν υποτιμητικά και σήμαινε οριστική αποβολή από την οικογένεια και την φυλή. Δεν έχει αναφερθεί λιθοβολισμός και μαστίγωμα Πομάκου για την αμαρτία της μοιχείας, παρόλο που ήταν ανέκαθεν πολύ θρήσκοι και πιστοί μουσουλμάνοι.
 
Η γυναίκα διάλεγε τον σύζυγο και ήταν απαραίτητη η συγκατάθεσή της. Ο άνδρας πρόσφερε την στέγη, τα ζώα και τα χωράφια και η γυναίκα την προίκα μέσα στο σπίτι. Η πομάκικη παροιμία λέει ότι το θηλυκό πουλί κτίζει την φωλιά και η πομάκα γυναίκα ήταν η διαχειρίστρια [dumovnitsa] της οικογένειας, είχε απόλυτο έλεγχο στην τάξη, στην ευημερία και στη συντήρηση της οικογένειας κι αυτό της προσέδιδε κύρος και υπόληψη στην κοινωνία. Μετά τον θάνατο ενός συζύγου, ο άλλος κληρονομούσε το σύνολο της περιουσίας, εφόσον είχε παιδιά και το μισό αν δεν είχε παιδιά, το δε υπόλοιπο μισό το κληρονομούσαν μόνο οι γονείς του θανόντος συζύγου εφόσον ζούσαν, προκειμένου να έχουν πόρους για να ζήσουν. Ο υιός και η νύφη είχαν την υποχρέωση να γηροκομούν τους γονείς εκατέρωθεν. Τα αδέλφια και υπόλοιποι συγγενείς δεν κληρονομούσαν τον αδελφό ή την αδελφή. Αυτό το κληρονομικό δίκαιο ίσχυε μόνο στους Πομάκους και ήταν αντίθετο στο ισλαμικό δίκαιο των Τούρκων και του αστικού δικαίου των άλλων λαών της περιοχής των Βαλκανίων. Η Ελλάδα τηρεί ακόμα αυτό το δίκαιο, που είναι προσαρμοσμένο με το ισλαμικό σερία και οι μουφτείες λειτουργούν με αυτό. Τώρα που αυξήθηκε ο αριθμός των μουσουλμάνων δικηγόρων στην Θράκη, θέλουν να καταργηθεί η Οθωμανική γραφή και η σερία από τις Μουφτείες, με προτροπή του προξενείου Κομοτηνής και να είμαστε εντελώς όμοιοι με τους Τουρκαλάδες. Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει να χαθεί ο θεσμός αυτός που ισχύει από το έτος 1913, που έχει ρίζες παλιές όσο και οι Πομάκοι και είναι μία χτυπητή διαφορά με τους κεμαλιστές της Τουρκίας.
 
Η οικογένεια ανήκε αποκλειστικά στον άνδρα πατέρα, σύζυγος και τέκνα, αγόρια και κορίτσια ακόμα και οι νύφες, έφερναν το όνομα του πατέρα συζύγου. Η σύζυγος του Αχμέτ γινόταν [Ahmetka, Ahmetova], του Χασάν [Hasanka, Hasanova] και του Ραμαδάν [Ramadanka, Ramadanova]. Οι γονείς τον δύο νεόνυμφων συζύγων γινόταν παππούς και γιαγιά [baba, datku ή dedu] και έτσι αποκαλούνταν και προσφωνούνταν. Ο μεγάλος αδελφός [batü] και η μεγάλη αδελφή [bula]. Αυτός ο τρόπος προσφώνησης δεν υπάρχει σε καμία άλλη φυλή της περιοχής. Άμα υπάρχει τότε και αυτοί είναι Πομάκοι.
 
ΤΟ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Πομακικό σπίτιΟι Πομάκοι κατοικούσαν πάντοτε σε χωριά [sela] με πολλούς σκόρπιους οικισμούς [selişta, mahali], σε χαμηλές ισόγειες λιθόκτιστες καλύβες [kolibi] και δυόροφες οικίες κτισμένες με πέτρες. Ο ισόγειος όροφος με πλεχτό τοιχίο από πέτρες και πηλό [çatma] ή ξύλο και πηλό [pletenitsa] και ονομαζόταν [dam], με ξυλότυπες οροφές και στέγες σκεπασμένες με άχυρα σικάλεως [slamarnik], που είναι τα πιο ανθεκτικά στις καιρικές μεταβολές, δροσερά το καλοκαίρι και ζεστά τον χειμώνα. Τα σπίτια ήταν πάντοτε δίπλα σε δάσος και πηγή νερού.
 
Η εσωτερική διαρρύθμιση ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες της οικογένειας. Η οικογένεια και τα ζώα, όπως η αγελάδα που αρμέγανε, το άλογο που φορτώνανε, μένανε μαζί και κάτω από την ίδια στέγη. Η ισόγεια καλύβα ήταν μοιρασμένη σε τμήματα [koçure] όπου έμεναν τα ζώα και τμήμα [staye] όπου έμενε η οικογένεια.
Η τουαλέτα και το πλυσταριό[miyalu] ήταν έξω στον αυλόγυρο [dvor, pregrada] και κάτω από υπόστεγο [suşina, saçek]. Η καλύβα είχε πάντοτε δύο εξόδους, μία μικρή πόρτα [vrata] για να μπαινοβγαίνουν οι άνθρωποι και μία μεγάλη δίφυλλη πόρτα [kapiye] για να μπαινοβγαίνουν τα ζώα. Άμα ήταν σε χωριό είχε ένα παράθυρο [videlnik] στο ύψος του κεφαλιού ενός ανθρώπου για να μην φαίνεται μέσα η οικογένεια απ’ έξω και άμα ήταν στο βουνό είχε ένα φεγγίτη στην οροφή[videvnitsa] για προληπτικούς λόγους και αυτό αποτελεί χαρακτηριστική διαφορά από τις υπόλοιπες καλύβες των γύρω λαών της περιοχής.
 
Στη δυόροφη οικία, το ισόγειο χρησίμευε για τον εγκλεισμό των ζώων και ονομαζόταν[dvor, potun ή podnik] και ο επάνω όροφος χρησίμευε για κατοικία της οικογένειας. Είχε τα υπνοδωμάτια [staye] και σε γωνία αντίθετη προς την Μέκκα το λουτρό [hamam], την κουζίνα με το τζάκι [ognişte, peş] κρεμασμένο προς τα έξω για να μην παίρνει φωτιά, το σαλόνι [oder, hanay], η κρυφή αποθήκη με καταπακτή [vatarşnitsa], κρεμάμενο προς τα έξω πλυσταριό[miyalnik] και ειδικός χώρος για τα γαλακτοκομικά προϊόντα [mandrilo] της οικογένειας. Το ταβάνι ήταν μισός κλειστός και μισός ανοικτός αποθηκευτικός χώρος. Στο ανοικτό μέρος κρεμούσανε τα τουλούμια [mehve] με βούτυρα [maslo], με μυτζήθρα [ulaşık], με στραγγιστό γιαούρτη [brano mleku], το ειδικό παστό κρέας με κόκαλα [pastırma] που είναι παγκόσμια μοναδικότητα των Πομάκων, αντέχει σε όλες τις καιρικές συνθήκες και όλες τις εποχές του χρόνου και με τον ειδικό τρόπο παραγωγής καβουρμά [pitare] και ο κλειστός χώρος καλά φυλασσόμενος, ήταν για αποθήκευση των σιτηρών [jito].
 
Στα πομάκικα σπίτια επίπλωση δεν υπήρχε. Το πάτωμα του δωματίου ήταν στρωμένο με μίγμα από άχυρα κομμένα και πηλό, για να μην μπορούν να μπαίνουν τρωκτικά και ερπετά. Στρωνόταν από επάνω ψάθα ως μόνωση, κιλίμια φτιαγμένα συνήθως από τρίχα κατσικίσια και μάλλινα ή κουρελού. Οι Πομάκοι κάθονταν κατά γης και πάνω σε μαξιλάρια [şilte] γεμισμένα από μαλλί, σε γιορτινές μέρες στρώνανε κατά γης χαλί φτιαγμένο από κατσικίσια τρίχα[halişta, postilatsi], που χρησίμευε και για στρώμα. Τα σκεπάσματα [pokriva] ήταν όλα μάλλινα χωρίς σεντόνια και όταν έκανε πολύ κρύο στρώνανε δέρματα [koje, postakiye], προβιές, τις οποίες πολλές φορές χρησιμοποιούσαν για να κάθονται οι ξένοι επισκέπτες, αφού πρώτα τις βάφανε με χτυπητά ανοικτά χρώματα. Θεωρούνταν τιμή στον ξένο να του προσφερθεί προβιά και αρχοντιά πάνω στο σαμάρι του αλόγου για να καβαλάς. Τα υπόλοιπα δέρματα από τα ζώα τα φτιάχνανε τσαρούχια [tsarvule] ή τουλούμια, για να αποθηκεύουν τα βούτυρα και τα τυριά ή σαμάρια, σέλες, ζωστήρες και μεντεσέδες για τις πόρτες.
 
ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΦΑΓΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Η ζωή των Πομάκων ήταν λιτή, απλή και πολύ φυσική. Το φαγητό ήταν απλό, καλο-μαγειρεμένο και πολύ νόστιμο. Βασική τροφή ήταν ζωικής προέλευσης γάλα, τυρί, βούτυρο, αυγά, γιαούρτι, κρέας βραστό, ψητό και παστό, ψωμί ως επί το πλείστον από καλαμπόκι, 4 είδη ψωμιού, από σίκαλη 2 είδη ψωμιού και στις γιορτές μόνο σιταρένιο. Το ρύζι και το σιτάρι θεωρούνταν είδος πολυτελείας για τους Πομάκους και προσφέρονταν σε μπαϊράμια και γάμους. Το καθαρά πομάκικο καλαμποκίσιο ψωμί είναι η πίτα που ονομάζεται [piturka] και σιταρένιο πομάκικης μοναδικότητας το [kaşnik]. Τρώγανε καθισμένοι κατά γης, το φαγητό πάνω σε ξύλινο, κοντό κυκλικό τραπεζάκι [sofralık], σερβιρισμένο σε μεγάλο χάλκινο σκεύος [sahan] ή σκαλιστό ξύλινο[panitsa] σκεύος ή σε πήλινο[kaleno]. Ποτήρια δεν υπήρχαν και πίνανε από μαστραπά [şevşek, şümşek]. Τα κουτάλια ήταν ξύλινα[darvini lajitse], υπήρχε η ξύλινη κουτάλα[çeşe] ή μπακιρένια γανωμένη [gevgir]. Τα αϊράνια και τα χοσάφ τα πίνανε από χάλκινο σκεύος το [tas, kavuk]. Το ψωμί τυλιγόταν και φυλαγόταν σε μάλλινο υφαντό το λεγόμενο [misal].
 
(τεύχος 55, Ιούλιος 2011)
 
Κατηγορία: